Για τους λόγους αυτούς συστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 9 του ν. 2366/1995 Επιτροπή Αναθεώρησης του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, η οποία συγκροτήθηκε με την Υ.Α. (Μεταφορών και Επικοινωνιών) υπ' αριθμόν 75351/804/ 14.08.1996 (ΦΕΚ Β 715/20.09.1996), όπως τροποποιήθηκε με τις Υ.Α. (Μεταφορών και Επικοινωνιών) υπ' αριθμούς οικ. 83719/1035/04.11.1996 (ΦΕΚ Β 1025/ 11.11.1996) και 88221/1216/20.12.1996 (ΦΕΚ Β 1190/31.12.1996) και αποτελέστηκε (Ι) από τους: α) Σπύρο Φλογαϊτη, Καθηγητή του Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ως Πρόεδρο, β) Ιωάννη Μπερτσιμά, Μηχανολόγο - Μηχανικό, Προϊστάμενο της Δ/νσης Οδικής Κυκλοφορίας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, γ) Σπύρο Μαριδάκη, Πολιτικό Μηχανικό, Προϊστάμενο του Τμήματος Μελετών Κυκλοφορίας και Τεχνικής Υποστήριξης Αττικής της Δ.Μ.Ε.Ο. της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων 'Eργων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., δ) Βασίλειο Χαρτουμπέκη, Αστυνομικό Υποδιευθυντή του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, ε) Ιωάννη Τσούφη, Τεχνολόγο - Μηχανικό, υπάλληλο του Ο.Α.Σ.Α. και Σύμβουλο του Υφυπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, στ) Δημήτριο Καλυβιώτη, Μηχανολόγο - Ηλεκτρολόγο, Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, ζ) Παναγιώτη Ματθαίου, Δικηγόρο, Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Παρισίων, η) Αντώνιο Κόλλια, Δημοσιογράφο και θ) Ιωάννη Γκόλια, Συγκοινωνιολόγο, Αναπληρωτή Καθηγητή Ε.Μ.Π., ως τακτικά μέλη, και (ΙΙ) από τους: α) Γλυκερία Σιούτη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, β) Ηλία Αργυριάδη, Πολιτικό Μηχανικό, Προϊστάμενο του Τμήματος Οδικής Κυκλοφορίας και Περιβάλλοντος της Δ/νσης Οδικής Κυκλοφορίας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, γ) Κωνσταντίνο Σκιαδόπουλο, Πολιτικό Μηχανικό, Προϊστάμενο του Τμήματος Σηματοδότησης και Οδικής Ασφάλειας Δ.Μ.Ε.Ο. της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων 'Eργων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., δ) Αθανάσιο Τσιούμα, Αστυνόμο Α', ε) Νικόλαο Κωστόπουλο, Πολιτικό Μηχανικό, υπάλληλο του Ο.Α.Σ.Α. αποσπασμένο στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, στ) Νισσήμ Μπενμαγιώρ, Μηχανολόγο - Ηλεκτρολόγο, υπάλληλο του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, ζ) Αθανάσιο Τσεβά, Δικηγόρο, Διδάκτορα του Πανεπιστημίου του Μονάχου, η) Ηλία Χρηστέα, Δημοσιογράφο και θ) Αθανάσιο Βλαστό, Συγκοινωνιολόγο, Επίκουρο Καθηγητή Ε.Μ.Π., ως αναπληρωματικά μέλη, αντίστοιχα.
Η Επιτροπή εξέτασε στο σύνολό τους τα άρθρα του ισχύοντος Κώδικα και προέβη σε τροποποιήσεις, οι οποίες ενσωματώνονται στον Κώδικα, όπως κατατίθεται προς κύρωση με το ανά χείρας σχέδιο νόμου. Για την επιτέλεση του έργου της, το οποίο ολοκλήρωσε σε διάστημα δέκα τεσσάρων μηνών περίπου, έλαβε υπ' όψιν της (1) την Σύμβαση για την οδική κυκλοφορία που κυρώθηκε με τον νόμο 1604/1986, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις της που τέθηκαν σε ισχύ την 03.09.1993, την Σύμβαση για την οδική σήμανση και σηματοδότηση, την Ευρωπαϊκή Συμφωνία που συμπληρώνει τη Σύμβαση οδικής κυκλοφορίας, οδικής σήμανσης και σηματοδότησης, το Πρωτόκολλο για τις διαγραμμίσεις των οδών και τα σχετικά παραρτήματα αυτών που κυρώθηκαν με τον αυτό ν. 1604/1986, συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεων του παραρτήματος της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας που συμπληρώνει τη Σύμβαση οδικής κυκλοφορίας, οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ την 28.08.1993, (2) την συναφή κοινοτική νομοθεσία με τις νεώτερες τροποποιήσεις της, (3) το πόρισμα της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη μελέτη του προβλήματος των τροχαίων ατυχημάτων που κατατέθηκε στην Βουλή τον Μάϊο του 1996, (4) τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που τέθηκαν σε ισχύ μετά την ψήφιση του ισχύοντος Κώδικα και επηρεάζουν τις ρυθμίσεις του, ιδίως την νεώτερη νομοθεσία για την διοίκηση και οργάνωση της Περιφέρειας και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, (5) τους κανόνες που διέπουν την οδική κυκλοφορία σε άλλες έννομες τάξεις και ιδίως στην Γαλλία και την Γερμανία και (6) τις προτάσεις διαφόρων δημοσίων υπηρεσιών, Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και λοιπών φορέων και όσα αιτήματα ιδιωτών υποβλήθηκαν σε αυτήν.
Οι τροποποιήσεις, οι οποίες επέρχονται στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας με το ανά χείρας σχέδιο νόμου, διαπνέονται πρωταρχικά από τους σκοπούς της προστασίας της ζωής, της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας των κοινωνών της δημόσιας κυκλοφορίας, μεταξύ των οποίων έχουν ειδικώς τα παιδιά ιδιαίτερη ανάγκη προστασίας, της προστασίας του περιβάλλοντος και της διασφάλισης πιο ανθρώπινων συνθηκών διαβίωσης. Οι ρυθμίσεις συνεπώς του Κώδικα στην νέα τους μορφή είναι πιο αυστηρές από τις αναθεωρούμενες, καθ' όσον αφορά την οδική ασφάλεια και την προστασία του κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος. Η προστασία των αγαθών που προαναφέρθηκαν είναι όμως όχι μόνον υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, αλλά εμπνέεται και από την θετική υποχρέωση του κράτους για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών. Συνεπώς, και σε συνδυασμό με το πόσο προβληματική και επικίνδυνη έχει καταστεί σήμερα η οδική κυκλοφορία, και μάλιστα όχι μόνον για τους κοινωνούς της, αλλά και για όλους τους πολίτες, είναι αναμφισβήτητο ότι οι νέες ρυθμίσεις είναι δικαιολογημένες, ακόμη και στο μέτρο που συνιστούν ευρύτερους περιορισμούς στην συμπεριφορά των οδηγών οδικών οχημάτων ή έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην ταχύτητα της κυκλοφορίας ή στην άσκηση άλλων δραστηριοτήτων σε χώρους όπου διεξάγεται δημόσια κυκλοφορία.
Ο στόχος όμως της αναμορφώσεως και του εκσυγχρονισμού του Κώδικα δεν υπήρξε μονομερής. 'Oπου, χωρίς να παραμελείται ή να μειώνεται η προστασία των αγαθών που αποτέλεσαν πρωταρχικό μέλημα της αναμορφώσεως, υπήρχαν περιθώρια βελτιώσεως των συνθηκών οδικής κυκλοφορίας, ο νέος Κώδικας εισάγει αντίστοιχες ρυθμίσεις. Παράλληλα, εισάγει την δυνατότητα εγκαταστάσεως νέων μέσων ρυθμίσεως της κυκλοφορίας, διευρύνοντας τις δυνατότητες ασφαλούς χρήσεως της τεχνολογίας για την διευκόλυνσή της. Τέλος πρέπει να επισημανθεί, ότι οι τροποποιήσεις του Κώδικα υπηρετούν, πέραν των ανωτέρω και παράλληλα προς αυτούς, και τους στόχους της βελτίωσης των συνθηκών κυκλοφορίας για ειδικές κατηγορίες πολιτών, ιδίως για τους πεζούς και τα άτομα με ειδικές ανάγκες, της διευκόλυνσης της συμμετοχής των τελευταίων στην δημόσια κυκλοφορία και βεβαίως της παροχής ασφάλειας δικαίου στους κοινωνούς της οδικής κυκλοφορίας.
Στον νέο Κώδικα, λαμβάνονται μεν υπ' όψιν οι νέες εξελίξεις σχετικά με την ανάληψη από τους Ο.Τ.Α. της διοίκησης όλο και περισσοτέρων υποθέσεων, θεωρείται όμως παράλληλα, ότι στα πλαίσια της συνταγματικώς επιτρεπτής εποπτείας είναι σε ειδικές περιπτώσεις αναγκαία η καθιέρωση αρμοδιότητας υποκαταστάσεως των κρατικών υπηρεσιών. Και τούτο, διότι υποχρέωση της Πολιτείας είναι η όσον το δυνατόν αποτελεσματικότερη προστασία ζωτικών αγαθών του κοινωνικού συνόλου και των πολιτών καθ' έκαστο. Συνεπώς, στην περίπτωση υπάρξεως περισσοτέρων οργανωτικών σχηματισμών της Πολιτείας, ικανών να αναλάβουν την προστασία αυτή, θα αντέκειτο στην ανωτέρω υποχρέωση ή παράλειψη προβλέψεως δευτερογενούς αρμοδιότητος προς προστασία του πολίτη, εκεί όπου αυτή είναι δυνατή, προς κάλυψη αδυναμιών στην άσκηση της πρωτογενούς αρμοδιότητος.
Εν όψει του γόνιμου προβληματισμού, ο οποίος έχει μάλιστα αναπτυχθεί και διατυπωθεί δημόσια σχετικά με την αποτελεσματικότητα των κανόνων του Κώδικα για την επιβολή κυρώσεων, το αντικείμενο της αναμορφώσεως του Κώδικα συμπεριέλαβε και τις ρυθμίσεις αυτές. Στόχος της αναμορφώσεως κατά τούτο υπήρξε ο εξορθολογισμός των κυρωτικών κανόνων και η οργάνωσή τους σε ενιαίο σύστημα, με γνώμονα πέντε βασικές αρχές. Η πρώτη από αυτές έχει ως περιεχόμενο την αποτροπή των οδηγών μηχανοκίνητων οχημάτων από παραβάσεις, οι οποίες σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία για τα τροχαία ατυχήματα, θέτουν κατά κανόνα σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα και την ζωή των κοινωνών της δημόσιας κυκλοφορίας. Η δεύτερη αναφέρεται στην ανάγκη υπάρξεως σχέσεως αναλογικότητας μεταξύ επικινδυνότητας της παραβάσεως και επιπτώσεων αυτής στην οδική ασφάλεια αφ' ενός και βαρύτητας της κυρώσεως αφ' ετέρου. Η τρίτη συνιστώσα του νέου συστήματος κυρώσεων του Κώδικα έχει ως στόχο την ειδική πρόληψη της προκλήσεως τροχαίων ατυχημάτων με την επίταση των κυρώσεων για εκείνους, οι οποίοι παραβαίνοντας διάταξη του Κώδικα γίνονται υπαίτιοι ατυχήματος με συνέπεια σοβαρό τραυματισμό ή θάνατο. Η τέταρτη αρχή επιβάλλει, για λόγους ισότητας αλλά και αποτελεσματικότητας των ρυθμίσεων, την πρόβλεψη κυρώσεων που δεν έχουν μόνον οικονομικό αντίκτυπο, αλλά γίνονται αισθητές κυρίως στον χώρο της δημόσιας κυκλοφορίας, την προστασία του οποίου υπηρετούν. Η πέμπτη αρχή έχει, τέλος, ως περιεχόμενο την απλούστευση του συστήματος ποινών, ώστε να είναι ευχερέστερη η γνώση του και η εφαρμογή του από τους κοινωνούς της δημόσιας κυκλοφορίας, καθώς και από την διοίκηση.
Oι τροποποιήσεις που επέρχονται αίρουν επισημανθείσες ατέλειες του κανονιστικού πλαισίου των κυρώσεων που απειλούνται για παραβάσεις των κανόνων δημόσιας κυκλοφορίας. Η δημόσια συζήτηση του προβλήματος έχει όμως ορθώς τονίσει παράλληλα, ότι το έλλειμμα αποτελεσματικότητας των κυρωτικών κανόνων του αναμορφούμενου Κώδικα οφειλόταν όχι μόνον στις διατάξεις του Κ.Ο.Κ., αλλά και στις έντονες αδυναμίες του συστήματος διοικητικής εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Είναι ανάγκη να επισημανθεί σχετικά, ότι και οι εισαγόμενες νέες ρυθμίσεις εξαρτώνται για την πραγμάτωση των σκοπών τους από την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής τους. Χωρίς ένα αξιόπιστο και αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου και επιβολής κυρώσεων κινδυνεύουν να καταστούν ανενεργές και να ματαιωθεί η συμβολή τους στην επίλυση του προβλήματος της οδικής ασφάλειας στην χώρα μας, η έκταση του οποίου όμως καθιστά την πιστή και σύντονη εφαρμογή τους επιτακτικά αναγκαία.
Οι επεμβάσεις που γίνονται στον Κ.Ο.Κ. με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου αναπτύσσονται ειδικότερα κατά κεφάλαιο του Κώδικα (κατωτέρω υπό Ι.). Από την ανάπτυξη αυτή εξαιρούνται οι κυρώσεις, οι τροποποιήσεις των οποίων αναλύονται σε ιδιαίτερο αυτοτελές κείμενο (κατωτέρω υπό ΙΙ.).
Ι. Οι κατ' ιδίαν επεμβάσεις κατά κεφάλαιο του Κ.Ο.Κ.:
Για την προσαρμογή του Κώδικα στις ρυθμίσεις διεθνούς και κοινοτικού δικαίου της οδικής κυκλοφορίας και την πληρότητα των ρυθμίσεων τροποποιούνται στο άρθρο 2 ορισμένοι υπάρχοντες ορισμοί και προστίθενται δώδεκα νέοι, ώστε συνολικά οι ορισμοί είναι πλέον 75. Ειδικότερα:
Στον ορισμό του απόβαρου εισάγεται και στον ΚΟΚ η διάκριση μεταξύ του απόβαρου κενού οχήματος και του απόβαρου οχήματος σε ετοιμότητα λειτουργίας, η οποία ανάγεται στην Οδηγία 92/53/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 18.06.1992 σχετικά με τη διαδικασία έγκρισης τύπου των οχημάτων με κινητήρα και των ρυμουλκούμενών τους (L 225/ 10.08.1992, σελ. 1), που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με την Κ.Υ.Α. (Εθνικής Οικονομίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών) οικ. 47271/3950/ 21.12.1992 (ΦΕΚ Β 764/31.12.1992).
Για λόγους πληρότητας εισάγονται, ο ορισμός του αυτοκινητοδρομίου το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 88 παρ. 2 εδάφιο 2, ο ορισμός του λεωφορειόδρομου ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 52, ο ορισμός της οδού προτεραιότητας που αναφέρεται κατ' επανάληψη στον Κώδικα και αποτελεί σημαντικό στοιχείο συμβολής στην οδική ασφάλεια, καθώς επίσης και ο ορισμός της περιοχής ήπιας κυκλοφορίας που αναφέρεται στο άρθρο 39 παρ. 3 του Κώδικα.
Τροποποιούνται οι ορισμοί του μοτοποδηλάτου και της μοτοσικλέτας και εισάγεται αυτοτελής ορισμός του τρίτροχου οχήματος σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Οδηγία 92/61/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 30.06.1992 περί εγκρίσεως τύπου των δικύκλων ή τρίκυκλων οχημάτων με κινητήρα (L 225/ 10.08.1992, σελ. 72), η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με την Κ.Υ.Α. (Εθνικής Οικονομίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών) 21090/1874/ 03.06.1993 (ΦΕΚ Β 428/14.06.1993). Λόγω της υπάρξεως αυτοτελούς ορισμού για τα τρίτροχα οχήματα, τα οποία δεν καλύπτονται πλέον, όπως στον αναθεωρούμενο Κώδικα, από τον ορισμό της μοτοσικλέτας, γίνεται ειδική μνεία τους στις κατ' ιδίαν διατάξεις του Κώδικα που εφαρμόζονται σε αυτά.
Προστίθεται ο ορισμός του οχήματος κάρτ, για το οποίο γίνεται ειδική ρύθμιση στο άρθρο 49 του Κώδικα λόγω των σοβαρών προβλημάτων ασφαλείας που παρουσιάζει η χρήση του οχήματος αυτού.
Οι ορισμοί για την παραχώρηση προτεραιότητας και τα φώτα στάθμευσης τροποποιούνται, ενώ προστίθενται οι ορισμοί των πλευρικών και ειδικών φώτων, της φωτιστικής συσκευής οπίσθιας πινακίδας κυκλοφορίας και των φώτων ημέρας, σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις των άρθρων 1 (στοιχείο κζ) και του κεφαλαίου ΙΙ. του 5ου Προσαρτήματος (σχετικά με τους τεχνικούς όρους που αφορούν τα οχήματα μετά κινητήρος και τα ρυμουλκούμενα οχήματα) σε συνδυασμό με το άρθρο 32 παρ. 9 της Σύμβασης για την οδική κυκλοφορία. Ο επίσης προστιθέμενος ορισμός των φώτων όγκου ανάγεται, πλην των ανωτέρω διατάξεων του κεφαλαίου ΙΙ. του 5ου Προσαρτήματος της Σύμβασης, και στις διατάξεις της Οδηγίας 76/758/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 27.07.1976 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των Κρατών-Μελών που αφορούν τους φανούς όγκου, τους εμπρόσθιους φανούς θέσεως, τους οπίσθιους φανούς θέσεως και τους φανούς πεδήσεως των οχημάτων με κινητήρα και των ρυμουλκούμενών τους (δημοσίευση στην Ελληνική στην Επίσημη Εφημερίδα των Ε.Κ. στην ειδική έκδοση της 23.12.1980, Κατηγορία 13, Βιομηχανική Πολιτική, τόμος 004, σελ. 25), όπως τροποποιήθηκε από την Συνθήκη περί προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Ε.Ο.Κ. και στην Ε.Κ.Α.Ε., Παράρτημα Ι., Κεφ. Χ., σημείο α. 7., σελ. 1483, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με την Κ.Υ.Α. (Εθνικής Οικονομίας και Συγκοινωνιών) 12385/1984 (ΦΕΚ Β 506/25.07.1984).
Τέλος, για λόγους ασφάλειας της κυκλοφορίας, τα πρόσωπα που κινούνται με τροχοπέδιλα (πατίνια) θεωρούνται πεζοί (άρθρο 2 παράγραφος 2 τελευταίο εδάφιο). Συνεπώς δεν επιτρέπεται η κίνησή τους επί του οδοστρώματος, ενώ η κίνησή τους επί των πεζοδρόμων μπορεί να ορίζεται από τους οικείους κανονισμούς λειτουργίας που εκδίδονται κατά το άρθρο 52 παρ. 3 του Κώδικα.
Με το δεύτερο κεφάλαιο ο Κώδικας εισέρχεται στις κατ' ιδίαν ρυθμίσεις της οδικής κυκλοφορίας.
O νέος Κώδικας λαμβάνει υπ' όψιν του τις νέες (υπερεθνικές) ρυθμίσεις για τον ευαίσθητο τομέα της οδικής κυκλοφορίας οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων και οχημάτων που μεταφέρουν επικίνδυνες ύλες, που μπορούν να προκαλέσουν μόλυνση των υδάτων, οι οποίες στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής 'Eνωσης συγκεντρώνονται μέχρι στιγμής στις Οδηγίες 94/55/ΕΚ του Συμβουλίου της 21.11.1994 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των Κρατών - Μελών σχετικά με τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων (L 319/12.12.1994, σελ. 7), 96/86/ΕΚ της Επιτροπής της 13.12.1996 για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της Οδηγίας 94/55/ΕΚ του Συμβουλίου (L 335/ 24.12.1996, σελ. 44) και 95/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 06.10.1995 σχετικά με την καθιέρωση ενιαίων διαδικασιών στον τομέα του ελέγχου των οδικών μεταφορών επικίνδυνων εμπορευμάτων (L 249/17.10.1995, σελ. 35). Στο πλαίσιο αυτό, τα μέσα ρύθμισης της κυκλοφορίας του Κώδικα εμπλουτίζονται με την εισαγωγή των νέων πινακίδων Ρ - 73 (α - δ), Ρ - 74 (α - δ) και Ρ - 75. Η εμφάνιση των πινακίδων αυτών, για τη διαμόρφωση των οποίων έχουν ληφθεί υπ' όψιν οι διατάξεις της προαναφερθείσης Συμβάσεως για την οδική σήμανση και σηματοδότηση, ακολουθεί για λόγους διεθνούς ομοιομορφίας τα πρότυπα πινακίδων που έχουν παρουσιασθεί ήδη σε συγγενείς, από την άποψη αυτή, έννομες τάξεις, όπως την γερμανική. Στα οχήματα μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων αναφέρεται και η επίσης νέα πληροφοριακή - προειδοποιητική πινακίδα Π - 91, η οποία προαναγγέλλει υποχρεωτική παρακαμπτήριο διαδρομή των οχημάτων αυτών. Τα σχέδια των ανωτέρω πινακίδων έχουν προστεθεί στον πίνακα των σχεδίων πινακίδων σημάνσεως που συνοδεύει το κείμενο του Κώδικα.
Στα πλαίσια συμμορφώσεώς του προς τις νέες τροποποιήσεις του παραρτήματος της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας που συμπληρώνει τη Σύμβαση οδικής κυκλοφορίας, οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ την 28.08.1993, ο Κώδικας θεσπίζει ειδικούς κανόνες κυκλοφορίας για τις περιοχές κατοικίας που έχουν χαρακτηρισθεί και σημανθεί ως περιοχές ήπιας κυκλοφορίας (άρθρο 39 παρ. 3) και προβλέπει στο άρθρο 4 και την σχετική σήμανση με τις νέες πληροφοριακές πινακίδες Π - 92 και Π - 92α. Και οι πινακίδες αυτές ακολουθούν ως προς την εμφάνισή τους τις διατάξεις της Συμβάσεως για την οδική σήμανση και σηματοδότηση και τα πρότυπα πινακίδων που έχουν παρουσιασθεί ήδη σε συγγενείς έννομες τάξεις (γερμανική). Τα σχέδιά τους έχουν επίσης προστεθεί στον πίνακα των σχεδίων πινακίδων σημάνσεως του Κώδικα.
Επιδιώκοντας την λειτουργία του θεσμού του σχολικού τροχονόμου, για την ενεργοποίηση του οποίου λαμβάνει μέτρα στο άρθρο 45, ο Κώδικας εισάγει και την νέα σχετική πινακίδα Π - 93, η οποία πληροφορεί για την ύπαρξη σχολικού τροχονόμου και επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή στα οχήματα που διέρχονται από την οδό που φέρει την σήμανση αυτή.
Για την άμεση αντιμετώπιση κυκλοφοριακών προβλημάτων που δημιουργούνται σε κρίσιμα σημεία του αστικού οδικού δικτύου (διασταυρώσεις βασικών οδικών αξόνων, οδοί διέλευσης μέσων μαζικής μεταφοράς), για την αντιμετώπιση των οποίων λαμβάνει μέτρα η παρ. 10 του άρθρου 45, ο Κώδικας εισάγει τη νέα σχετική πινακίδα Π - 94, η οποία πληροφορεί για την άμεση μεταφορά του παρανόμως σταθμευμένου οχήματος.
Μετά την παράγραφο 8 του άρθρου 4 του αναθεωρούμενου Κώδικα προστίθεται νέα παράγραφος 9, η οποία, παρακολουθώντας την πρόοδο των συμπερασμάτων από την μελέτη της οδικής κυκλοφορίας καθώς και την εξέλιξη στην αξιοποίηση της τεχνολογίας για τους σκοπούς της ρύθμισης της οδικής κυκλοφορίας, παρέχει εξουσιοδότηση για την ρύθμιση της τοποθέτησης των πινακίδων επί καταλλήλου υποβάθρου, ώστε αυτές να διακρίνονται ευκρινέστερα, αλλά και για την ρύθμιση της τοποθέτησης πινακίδων με μορφή φωτεινών πινάκων, κυρίως ηλεκτρονικών πινάκων με ψηφιακές οθόνες, οι οποίοι αναγράφουν μεταβλητά μηνύματα. Και οι δύο αυτές μορφές πινακίδων χρησιμοποιούνται ήδη διεθνώς, ιδίως στις χώρες της Ευρωπαϊκής 'Eνωσης, με ευεργετικά αποτελέσματα για την καθοδήγηση της ροής της κυκλοφορίας και την οδική ασφάλεια. Η εξουσιοδότηση περαιτέρω για τροποποίηση των χρωμάτων, της μορφής και των αναγραφών των πινακίδων σήμανσης, διευκολύνει την προσαρμογή του συστήματος σήμανσης στις ταχύτατες εξελίξεις των αναγκών της κυκλοφορίας.
Ο αναθεωρούμενος Κώδικας έχει ως στόχο την βελτίωση των συνθηκών οδικής κυκλοφορίας όχι μόνον των οχημάτων, αλλά και των πεζών. Για τον λόγο αυτό διαγράφεται η υποχρέωση των πεζών για παραχώρηση της προτεραιότητας στα οχήματα, που προβλεπόταν στο άρθρο 7 παρ. 2 εδάφιο γ. Η διάταξη συμφωνεί στην νέα της μορφή με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 στοιχείο (b) της Σύμβασης για την οδική κυκλοφορία και στοιχείται πλέον προς τις ρυθμίσεις των άρθρων 5 παρ. 9, 38 και 39 του Κώδικα.
Στο πλαίσιο του ιδιαίτερου καθήκοντος της Πολιτείας για την διευκόλυνση της συμμετοχής ατόμων με ειδικές ανάγκες στην κυκλοφορία, παρέχεται με το νέο άρθρο 7α εξουσιοδότηση για την λήψη αντίστοιχων μέτρων, ιδίως την εγκατάσταση ειδικών μέσων σήμανσης και σηματοδότησης (συσκευές εκπομπής ηχητικών σημάτων, ειδικές ανάγλυφες επιφάνειες στους χώρους δημόσιας κυκλοφορίας) και την ειδική διαμόρφωση των χώρων δημόσιας κυκλοφορίας.
Ο αναθεωρούμενος Κώδικας τονίζει ρητώς την ευθύνη της διαθέσεως χώρου σε κυκλοφορία, από την οποία μπορεί να προκύψει υλική ζημία ή κίνδυνος υγείας ή και ζωής και περιλαμβάνει στην νέα πρώτη παράγραφο του άρθρου 10 τον κανόνα, κατά τον οποίο όποιος έχει τις κατά τον Κώδικα αρμοδιότητες ή την εξουσία επί του πράγματος, επί του οποίου διεξάγεται η κυκλοφορία, υπέχει έναντι όσων συμμετέχουν στην δημόσια κυκλοφορία συναλλακτικές υποχρεώσεις για την αποτροπή κινδύνων ή ζημιών, η παράβαση των οποίων, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, ενεργοποιεί την αδικοπρακτική του ευθύνη. Ο κανόνας αυτός περιλαμβάνει βεβαίως την νόμιμη υποχρέωση της διοίκησης υπ' οιανδήποτε μορφή της, ως φορέα αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας ή ως κυρίου ή νομέα δημοσίου πράγματος, για την καλή κατασκευή και συντήρηση των οδών και την εύλογη ρύθμιση της χρήσης τους.
Λόγω της σημασίας των ρυθμιζόμενων ενεργειών για την οδική ασφάλεια, προβλέπεται στο άρθρο 10 παρ. 2 και 9 υπέρ του πολίτη η εξάντληση των δυνατοτήτων κρατικής εποπτείας, με την καθιέρωση δικαιώματος υποκαταστάσεως της κρατικής διοικήσεως στα πλαίσια της ασκούμενης εποπτείας στις αρμοδιότητες των ΟΤΑ, ασκούμενη αυτή με τη διαδικασία της παρ. 3 του άρθρου 18 του Ν. 2130/93.
H ρύθμιση των διαφημίσεων του άρθρου 11 αναμορφώνεται με στόχο την επίλυση προβλημάτων που υπήρξαν υπό την παλαιά ρύθμιση. Με τους περιορισμούς της παραγράφου 1 ορίζεται απαγόρευση των διαφημίσεων στα εκτός κατοικημένης περιοχής και σε ζώνη μέχρις 150 μέτρων από τις δύο πλευρές του άξονα, αν είναι ορατή από τους χρήστες των οδών, τμήματα των εθνικών και επαρχιακών οδών (ο ορισμός κατοικημένη περιοχή αντικαθιστά τον όρο σχέδιο πόλεως του ισχύοντος Κώδικα, διότι αναφέρεται σε πραγματικές και υπαρκτές συνθήκες με δυνατότητα σήμανσης και προσδιορισμού). Για το ίδιο δίκτυο που βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής η ρύθμιση διαφοροποιείται με αναδρομή στον βασικό σκοπό της διατάξεως, δηλαδή την ασφάλεια της κυκλοφορίας. Πράγματι, η ρύθμιση του επιτρεπτού των διαφημίσεων στις οδούς επιβάλλεται κυρίως για να μην αποσπάται η προσοχή των οδηγών και να διατηρείται αμείωτη η ικανότητα αντίδρασής τους στις διάφορες κυκλοφοριακές καταστάσεις. Συνεπώς σχετίζεται έμμεσα με τον χαρακτηρισμό της οδού ως εθνικής ή επαρχιακής, αλλά κυρίως με το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας. Με γνώμονα την σκέψη αυτή, η ρύθμιση του επιτρεπτού των διαφημίσεων στο πιο πάνω οδικό δίκτυο που βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής απαγορεύει τις διαφημίσεις που πραγματοποιούνται στον χώρο της οδού, στην οποία το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι ανώτερο των 70 χιλιομέτρων την ώρα.
Με την εισαγωγή γενικής ρύθμισης, ότι η διαφήμιση εντός κατοικημένων περιοχών, με όρια ταχύτητας 70 km/h και κάτω, είναι επιτρεπτή υπό τους όρους και τις απαγορεύσεις ή άλλες ρυθμίσεις του ίδιου άρθρου, θεσπίζονται απλοί και σαφείς κανόνες διαφήμισης. Πέραν αυτών, με στόχο την ευχερέστερη αντιμετώπιση προβλημάτων που ενδέχεται να ανακύψουν στο μέλλον, διατηρείται εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων 'Eργων για τις πιο πάνω οδούς που έχουν χαρακτηρισθεί ως πρωτεύον αστικό οδικό δίκτυο να καθορίζει με απόφασή του απαγόρευση της διαφήμισης στον χώρο της οδού ή στην ζώνη που καθορίζεται από τις ρυμοτομικές ή και οικοδομικές γραμμές, ή να επιτρέπει αυτές σε ειδικών προδιαγραφών πλαίσια.
Με την νέα παράγραφο 2 προστίθεται, με σκοπό την διασφάλιση της οδικής ασφάλειας, γενική διάταξη απαγόρευσης των επιγραφών και διαφημίσεων, οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα στην κυκλοφορία, παρόμοια με τις γενικές ρήτρες που υπάρχουν σε άλλες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις (π.χ. την γερμανική).
Από την επιτακτική διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 4 εξαιρούνται τα πρατήρια καυσίμων που λειτουργούν παρά την οδό, οι επιγραφές των οποίων μπορούν να τοποθετούνται κάθετα προς τον άξονα της οδού.
Με την νέα παράγραφο 5 ορίζεται ρητώς, ότι η τοποθέτηση διαφημιστικών πλαισίων και διαφημίσεων σε στέγαστρα στάσεων αστικών και υπεραστικών συγκοινωνιών επιτρέπεται, για επιτακτικούς λόγους ασφαλείας του επιβατικού κοινού, μόνον στην πλευρά που βρίσκεται στο αντίθετο προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας άκρο του στεγάστρου.
Για λόγους οδικής ασφάλειας επίσης απαγορεύονται επί οχημάτων, με την επίσης νέα παράγραφο 6, οι φωτεινές ή φωτιζόμενες διαφημίσεις, οι διαφημίσεις για τις οποίες χρησιμοποιούνται αντανακλαστικά στοιχεία, καθώς και οι διαφημίσεις με εναλλασσόμενα μηνύματα.
Για λόγους εξάλειψης της οπτικής ρύπανσης, αλλά και βελτίωσης των συνθηκών οδικής ασφάλειας, με τη παράγραφο 7 εισάγεται γενική απαγόρευση διαφήμισης εκτός των καθορισμένων πλαισίων, σε στύλους, διαχωριστικές νησίδες, επιφάνειες τεχνικών έργων, οδοποιίας, είτε αυτή γίνεται απ' ευθείας στις επιφάνειες αυτές ή σε επιφάνειες μέσων εξαρτώμενων από τα τεχνικά έργα.
Για την αφαίρεση και εξάλειψη παράνομων επιγραφών και διαφημίσεων εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 18 του ν.2130/1993. Εφόσον η αρμοδιότητα κατά τη διάταξη αυτή ανήκει σε Ο.Τ.Α., προβλέπεται και στο σημείο αυτό δικαίωμα υποκαταστάσεως της κρατικής διοικήσεως στα πλαίσια της ασκούμενης εποπτείας.
Τέλος θεσπίζονται, με την παράγραφο 9, αυστηρές ποινές που δύνανται να επιβληθούν όχι μόνο και στον διενεργούντα τις διαφημιστικές πράξεις, καθώς επίσης και στον διαφημιστή ή διαφημιζόμενο. Η χρηματική ποινή φθάνει μέχρι 1760,82 Ε, που μπορεί να αυξηθεί μέχρι τα 5.869,40 Ε αν χρησιμοποιηθούν ανεξίτηλες ουσίες. Ποινές επιβάλλονται, ως αυτουργοί, στους Προέδρους Δ.Σ. ή Δ/ντες Συμβούλους Επιχειρήσεων, Διαχειριστών ή άλλων νόμιμων Εκπροσώπων Φορέων του Δημόσιου ή του Ιδιωτικού Τομέα.
Προς βελτίωση των υφισταμένων ρυθμίσεων, στην κατηγορία των ρυθμιστικών της κυκλοφορίας πινακίδων του άρθρου 4, η πινακίδα Ρ - 69 υποδηλώνει πλέον χώρο ελεγχόμενης στάθμευσης, χωρίς να δεσμεύεται ως προς τον τρόπο ελέγχου. Περαιτέρω, στο άρθρο 5, το οποίο φέρει πλέον, κατά την ορολογία της Συμβάσεως επί της οδικής κυκλοφορίας, τον τίτλο "Οριζόντια σήμανση οδών", διαγράφεται από το στοιχείο 1) της παρ. 8 η λέξη "λεωφορεία", διότι οι λωρίδες αποκλειστικής κυκλοφορίας μέσων δημόσιας οδικής μαζικής μεταφοράς προσώπων προβλέπονται στο άρθρο 52 παρ. 4 και η παράβαση των κανονιστικών αποφάσεων που τις προβλέπουν τιμωρείται, κατά το προτελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής, με τις ποινές που προβλέπονται στην παράγραφο 6 του αυτού άρθρου. Στο άρθρο 6 παρ. 2, το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως, που αφορούσε έως τώρα μόνον τα ποδήλατα, επεκτείνεται σε όλα τα οχήματα.
Τέλος, για λόγους συστηματικής κατάταξης των διατάξεων του Κώδικα, η εξουσιοδότηση για την εγκατάσταση ειδικών διαμορφώσεων του οδοστρώματος μετατίθεται στο άρθρο 52, ενώ στο άρθρο 10 παραμένει μόνον η διάταξη που αφορά την εκπόνηση των σχετικών προδιαγραφών.
Το τρίτο κεφάλαιο έχει πρωταρχική σημασία για την ουσιαστική εφαρμογή του ΚΟΚ και την ανταπόκρισή του στις σημερινές συνθήκες οδικής ασφάλειας και κυκλοφορίας, οι οποίες, μεταξύ άλλων, υπαγορεύουν αυστηρότερους κανόνες οδικής συμπεριφοράς, ώστε να επιτευχθεί και με τον τρόπο αυτόν ο επιδιωκόμενος στόχος της μείωσης των τροχαίων ατυχημάτων, ο δείκτης των οποίων παραμένει δυστυχώς υψηλός για τη χώρα μας.
Προς εξυπηρέτηση του ανωτέρω στόχου, εισάγονται νέες ρυθμίσεις, κατά το πλείστον σε εφαρμογή των κανόνων που περιλαμβάνονται στις προαναφερόμενες πηγές διεθνούς συμβατικού και κοινοτικού δικαίου. Παράλληλα γίνονται επεμβάσεις που αποσκοπούν στον εξορθολογισμό και την συστηματοποίηση των υφισταμένων ρυθμίσεων του ισχύοντος ΚΟΚ/1992. Ειδικότερα:
Εισάγεται η συνυπευθυνότητα οδηγού και επιβάτη για τη χρήση των ζωνών ασφαλείας και του προστατευτικού κράνους (παρ. 5 και 6 του άρθρου 12). Επίσης ο οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος, μοτοσικλέτας, μοτοποδηλάτου ή τρίτροχου οχήματος έχει αυξημένη ευθύνη για την ασφάλεια των συνεπιβατών του, κατά τη μεταφορά τους, όσον αφορά τη χρήση από αυτούς της ζώνης ασφαλείας και του προστατευτικού κράνους (άρθρο 33 παρ. 3). Λόγω της μεγάλης σπουδαιότητάς τους για την οδική ασφάλεια, οι ρυθμίσεις αυτές ανάγονται σε γενικούς κανόνες οδικής συμπεριφοράς.
Επιβάλλεται πλέον από τον ίδιο τον Κώδικα η υποχρέωση προστασίας των παιδιών ηλικίας μικρότερης των δώδεκα ετών, όταν μεταφέρονται με αυτοκίνητο, με ειδικά μέσα συγκράτησης και προστασίας, όπως π.χ. καθίσματα, ζώνες ασφαλείας κ.λπ., και παρέχεται και από τον Κώδικα εξουσιοδότηση για καθορισμό των προδιαγραφών που πρέπει να πληρούν τα ειδικά μέσα συγκράτησης και προστασίας. Οι προδιαγραφές αυτές ήδη έχουν καθοριστεί με την Υ.Α. (Μεταφορών & Επικοινωνιών) οικ. 29854/2329/02.10.97 "Κύρωση Τεχνικού Κανονισμού?, "Καθορισμός ομοιόμορφων διατάξεων που αφορούν την έγκριση συστημάτων συγκράτησης παιδιών επιβατών οχημάτων με κινητήρα" ("Συστήματα συγκράτησης παιδιών"), ΦΕΚ Β' 943/22.10.97.
Δίνεται εξουσιοδότηση για την εισαγωγή του μαθήματος οδικής ασφάλειας σε όλες τις βαθμίδες του σχολείου. Το μέτρο αποσκοπεί στην έγκαιρη απόκτηση γνώσεων κυκλοφοριακής αγωγής εκ μέρους των παιδιών (άρθρο 12 παρ. 10).
Η επίδειξη ικανότητας, ο εντυπωσιασμός, ο ανταγωνισμός, καθώς και η τέλεση αυτοσχέδιων αγώνων αυξάνουν ιδιαίτερα τον κίνδυνο πρόκλησης ατυχήματος και γι' αυτό η απαγόρευσή τους ανάγεται σε γενικό κανόνα οδικής συμπεριφοράς (άρθρο 12 παρ.
Για λόγους οδικής ασφάλειας απαγορεύεται, με τη νέα παράγραφο 9, η εκατέρωθεν του οδοστρώματος των αυτοκινητοδρόμων στάθμευση οχημάτων και η εγκατάσταση υπαίθριων μικροκαταστημάτων ή κινητών και ακίνητων καντινών για την πώληση διαφόρων ειδών. Για το λοιπό οδικό δίκτυο η εγκατάσταση των πιο πάνω επιτρέπεται μόνο μετά από άδεια των αρμόδιων για τη συντήρηση του οδικού δικτύου αρχών και η οποία χορηγείται μόνο μετά από σύμφωνη γνώμη της υπηρεσίας Τροχαίας.
Η συμπεριφορά των εν γένει οδηγών προς τους πεζούς, τους άλλους οδηγούς και τους επιβάτες επαφίεται στην παιδεία που αυτοί οφείλουν να έχουν. Για το λόγο αυτό κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται η πρόβλεψη από τον ΚΟΚ επιβολής προστίμου για αγενή συμπεριφορά, η οποία, όταν είναι παράνομη, τιμωρείται σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (άρθρο 12).
Για τους οδηγούς μηχανοκίνητου οχήματος, μοτοσικλέτας, μοτοποδηλάτου ή τρίτροχου οχήματος εισάγεται η απαγόρευση χρήσης εν κινήσει ακουστικών, που έχουν συνδεθεί με φορητά ραδιόφωνα, μαγνητόφωνα και άλλες παρεμφερείς ηχητικές συσκευές καθώς και κινητού τηλεφώνου, το οποίο δεν είναι τοποθετημένο σε ειδική θέση για ανοικτή ακρόαση, ώστε να εξασφαλίζεται η προσήλωση και η ελευθερία κινήσεων των οδηγών κατά την οδήγηση και προβλέπονται οι σχετικές με τον κανόνα αυτόν εξαιρέσεις.(παρ. 2 του άρθρου 13 και παρ. 1 περιπτ. στ και ζ του άρθρου 40).
Η υποχρέωση του οδηγού να έχει υποστεί την κατά τις σχετικές διατάξεις (Π.Δ. 355/94 σχετικά με την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 89/684/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 21.12.1989, ΦΕΚ Α 189/15.11.1994) αναγκαία επαγγελματική κατάρτιση, όταν οδηγεί όχημα που μεταφέρει επικίνδυνες ύλες επάνω από ορισμένες ποσότητες, προκειμένου να προστατευθούν ο ίδιος, οι γύρω του και γενικότερα το περιβάλλον, περιλαμβάνεται πλέον και στην αντίστοιχη ρύθμιση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (άρθρο 13 παρ. 4).
Εισάγεται η υποχρέωση των οδηγών επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, μετά ή άνευ μετρητού, και των οδηγών μέσων μαζικής μεταφοράς, περιλαμβανομένων των τουριστικών οχημάτων, να λαμβάνουν μέτρα παθητικής ασφάλειας των επιβατών τους και να οδηγούν με σύνεση, ώστε να είναι απόλυτα ασφαλής η μεταφορά τους (άρθρο 13 παρ. 5).
Γίνεται εναρμόνιση των κυρώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 15 του υφισταμένου ΚΟΚ/1992 με αυτές που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις καθιέρωσης του θεσμού της κάρτας ελέγχου καυσαερίων για καλύτερη προστασία του περιβάλλοντος, ιδίως του άρθρου 3 ν. 2052/92 και του Π.Δ. 363/95 (άρθρο 15 παρ. 3).
Εισάγεται, στο άρθρο 17 παράγραφος 2 περίπτωση η' νέα ρύθμιση για την απαγόρευση προσπέρασης σχολικού λεωφορείου, που έχει σταματήσει σε οδόστρωμα με μία ή δύο λωρίδες κυκλοφορίας και έχει αναμμένα τα φώτα έκτακτης ανάγκης, για την αποβίβαση και επιβίβαση μαθητών, για πρόσθετους λόγους μείωσης των κινδύνων ατυχημάτων σ' αυτές τις περιπτώσεις.
Αναπροσαρμόζονται (παρ. 2, 3, 4 και 10 του άρθρου 20) τα όρια ταχύτητας ανά κατηγορία οχήματος σε συνάρτηση με τις κατ' ιδίαν διακρίσεις του οδικού δικτύου, κατ' εφαρμογή των Οδηγιών 92/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 10.02.1992 σχετικά με την εγκατάσταση και την χρήση διατάξεων περιορισμού της ταχύτητας σε ορισμένες κατηγορίες οχημάτων με κινητήρα στην Κοινότητα (L 57/02.03.1992, σελ. 27), η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με την Κ.Υ.Α. (Εθνικής Οικονομίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών) 39622/ 3313/21.10.1992 (ΦΕΚ Β 639/02.11.1992) και 94/55 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 21.11.1994 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των Κρατών - Μελών σχετικά με τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων (L 319/12.12.1994, σελ. 7), και δίνεται εξουσιοδότηση για τις αναγκαίες προσαρμογές τους στα κατά το άρθρο 52 αρμόδια κατά περίπτωση όργανα (παρ. 6 και 7 του άρθρου 20).
Εισάγεται κανόνας, κατά τον οποίο δεν επιτρέπεται η είσοδος πάσης φύσεως οχήματος σε ισόπεδο σιδηροδρομική διάβαση, χωρίς προηγουμένως ο οδηγός να βεβαιωθεί ότι δεν θα υποχρεωθεί να ακινητοποιηθεί επάνω σ' αυτή (άρθρο 27 παρ. 1 περιπτ. στ).
Επιβάλλεται υποχρέωση, σύμφωνα με την οποία, μέχρι την έκδοση της σχετικής Υ.Α. της παρ. 3 του άρθρου 32 του ΚΟΚ/92, τα φορτία φορτηγών αυτοκινήτων ανοικτού αμαξώματος πρέπει να καλύπτονται με κατάλληλο κάλυμμα, ανάλογα με τη φύση των υλικών του φορτίου αυτού (άρθρο 32 παρ. 3). Για το ίδιο θέμα γίνεται εναρμόνιση με τη σχετική νομοθεσία (άρθρο 22 ν. 2115/93) που επιβάλλει την κάλυψη φορτίου λατομικών προϊόντων και προβλέπει τις σχετικές κυρώσεις (άρθρο 32 παρ.
Εισάγεται απαγόρευση μεταφοράς ανηλίκων έως πέντε ετών με μοτοσικλέτα, μοτοποδήλατο ή τρίτροχο όχημα, εφόσον δε συγκρατούνται με εγκεκριμένο σύστημα συγκράτησης κατάλληλο για την ηλικία, το ύψος και το βάρος τους. Το μέτρο αποσκοπεί στη μείωση των τροχαίων ατυχημάτων με θύματα παιδιά λόγω έλλειψης επαρκών μέτρων ασφαλείας (άρθρο 33 παρ. 2 περιπτ. γ').
Επιχειρείται καλύτερη συστηματοποίηση των κανόνων στάσης και στάθμευσης με στόχο την εύρυθμη κυκλοφορία των πεζών και των άλλων οχημάτων (άρθρο 34). 'Eτσι, η απαγόρευση στάσης ή στάθμευσης σε σήραγγες, όπως ρυθμίζεται από τον ΚΟΚ/1992 στο άρθρο 29 παρ. 8 περιπτ. γ', μεταφέρεται στο άρθρο 34, ενώ η ίδια απαγόρευση επεκτείνεται επί σεσημασμένης βοηθητικής οδού, η οποία προορίζεται για οχήματα που μετακινούνται βραδέως καθώς και σε θέση όπου βρίσκεται ράμπα διάβασης ατόμων με μειωμένη κινητικότητα ή χώροι στάθμευσης οχημάτων ατόμων με μειωμένη κινητικότητα (άρθρο 34 παρ. 2 περιπτ. ιδ', ιε', ιστ' και ιζ').
Επεκτείνεται επίσης η απαγόρευση στάθμευσης οχημάτων στο κεντρικό οδόστρωμα οδών τριών οδοστρωμάτων καθώς και επί οδοστρωμάτων οδών σεσημασμένων ως οδών προτεραιότητας (άρθρο 34 παρ. 3 περιπτ. ιγ'). Προς κάλυψη του κενού που υπήρχε μέχρι σήμερα προβλέπεται η δυνατότητα στάθμευσης βαρέων οχημάτων εντός κατοικημένων περιοχών σε κατάλληλους περιφραγμένους χώρους, που ορίζονται από τους οικείους Δήμους ή Κοινότητες (άρθρο 34 παρ. 5 τελ. εδάφιο). Η στάση ή στάθμευση οχημάτων παράλληλα με την οριογραμμή του οδοστρώματος επιτρέπεται μόνο επί της αντιστοιχούσης προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας πλευράς, εκτός αν υπάρχει εμπόδιο λόγω παρουσίας σιδηροτροχιών. Μπορεί επίσης να επιτρέπεται η στάση ή στάθμευση στο μέσον του οδοστρώματος σε ειδικά σημειούμενες θέσεις (άρθρο 34 παρ. 6). Ακόμη προβλέπεται η δυνατότητα μεταφοράς οχήματος νόμιμα σταθμευμένου όταν υφίσταται κατάσταση ανάγκης ή για λόγους ασφαλείας (άρθρο 34 παρ.
Για λόγους βελτίωσης της οδικής ασφάλειας, θεσπίζεται κανόνας, κατά τον οποίο τη νύκτα ή σε συνθήκες ανεπαρκούς ορατότητας, η παρουσία μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκούμενων οχημάτων που βρίσκονται σε στάση ή στάθμευση πρέπει να επισημαίνεται με τα πρόσθια και πίσω φώτα θέσης ή στάθμευσης (άρθρο 35 παρ. 3). Επίσης, για τους ίδιους λόγους, την ημέρα, οι οδηγοί μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων πρέπει να κινούνται με αναμμένο ένα τουλάχιστον πρόσθιο φως διασταύρωσης και ένα οπίσθιο ερυθρό φως (άρθρο 35 παρ. 4).
Λαμβάνεται εντονότερη μέριμνα ασφαλούς διακίνησης των πεζών. Ειδικότερα αυτοί δεν επιτρέπεται να υπερπηδούν, μεταξύ άλλων, νησίδες, κιγκλιδώματα, στηθαία κ.λπ. (άρθρο 38 παρ. 2). Από την άλλη πλευρά, με στόχο την βελτίωση των συνθηκών κυκλοφορίας τους, η προτεραιότητα των πεζών επεκτείνεται και στους πεζοδρόμους, στους οποίους επιτρέπεται να εισέρχονται οχήματα (άρθρο 39 παρ. 2), ενώ προστέθηκε και ειδική αναφορά για τα άτομα με μειωμένη κινητικότητα. Επίσης, οι οδηγοί οφείλουν να δείχνουν ιδιαίτερη προσοχή στους πεζούς που διασχίζουν την οδό προκειμένου να επιβιβαστούν σε μέσα μαζικής μεταφοράς ή όταν απομακρύνονται από αυτά (άρθρο 32 παρ. 4). Τέλος, όπως ήδη αναφέρθηκε, θεσπίζονται ειδικοί κανόνες κυκλοφορίας για τις περιοχές κατοικίας που έχουν χαρακτηρισθεί και σημανθεί ως περιοχές ήπιας κυκλοφορίας (άρθρο 39 παρ. 3).
Για την αποφυγή τροχαίων ατυχημάτων που οφείλονται στους παράγοντες που αναφέρονται στο άρ. 42 του ΚΟΚ/1992, επεκτείνεται (άρθρο 42 παρ. 1) η απαγόρευση οδήγησης υπό την επίδραση φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα οδήγησης. Παράλληλα καθορίζεται το ποσοστό οινοπνεύματος που αρκεί να βρίσκεται στον οργανισμό του οδηγού ώστε, σε περίπτωση διαπιστώσεως της υπερβάσεως του ορίου αυτού κατά τις κείμενες διατάξεις (Κ.Υ.Α. (13382.Φ.705.11/ 4δ/1977 "περί του τρόπου διαπιστώσεως χρήσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών υπό των οδηγών ή πεζών κατά την οδήγηση οχημάτων ή εις τροχαία ατυχήματα", ΦΕΚ Β 1266/21.11.1977), να θεωρηθεί ότι ο οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, σε 0,5 gr/lt., σύμφωνα με την σχετική υπόδειξη της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής, ενώ δίδεται εξουσιοδότηση και για περαιτέρω μείωση του ορίου. Εν όψει των διαστάσεων που έχει προσλάβει το πρόβλημα της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος, προβλέπονται για παράβαση της διατάξεως αυτής ειδικώς αυστηρές κυρώσεις, οι οποίες μάλιστα κλιμακώνονται ανάλογα με την υπέρβαση (ανά 0,3 gr/lt.) του ορίου των 0,5 gr/lt. Σε περίπτωση υποτροπής, η οποία θεωρείται ότι συντρέχει, εάν ο οδηγός συλληφθεί εντός χρονικού διαστήματος δύο ετών από την πρώτη φορά που διαπιστώθηκε ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος να οδηγεί με ποσότητα οινοπνεύματος στον οργανισμό του άνω των 1,10 gr/lt., επιβάλλεται η αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδηγού για πέντε χρόνια.
Η χρήση ενός ή περισσοτέρων ερυθρών φώτων που αναβοσβήνουν μπορεί να επεκταθεί και στα οχήματα των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, όταν αυτά μεταβαίνουν για την εκτέλεση επείγοντος έργου, ώστε να γίνονται έγκαιρα αντιληπτά από άλλα οχήματα και τους πεζούς (άρθρο 44 παρ. 1).
Τέλος, επί μέρους τροποποιήσεις άρθρων του παρόντος κεφαλαίου εξυπηρετούν την καλυτέρευση των συνθηκών κυκλοφορίας, την προσαρμογή των ρυθμίσεων του ΚΟΚ σε τροποποιήσεις άλλων νομοθετημάτων ή την απλούστευση των ρυθμίσεών του:
1. Η κυκλοφορία σε παράλληλους στοίχους, όπου επιτρέπεται σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 17 του Κ.Ο.Κ./1992, δεν θεωρείται προσπέρασμα (άρθρο 17 παρ. 8 περίπτ. γ).
2. Ο κανόνας της παρ. 8 του άρθρου 19 του ΚΟΚ/1992 επεκτείνεται και στον συνδυασμό οχημάτων συνολικού μήκους επάνω από επτά μέτρα, ενώ οι εξαιρέσεις εφαρμογής του κανόνα της παραγράφου αυτής, που προβλέπονται από την παρ. 9 του ίδιου άρθρου, επεκτείνονται και στις στρατιωτικές φάλαγγες (παρ. 8 και 9 περίπτ. δ του άρθρου 19).
3. Οι αρμοδιότητες των παραγράφων 5 και 6 (ήδη 6 και 7) του άρθρου 20 προσαρμόζονται στον νεότερο προσδιορισμό αρμοδιοτήτων των Ο.Τ.Α. και καθορίζονται πλέον βάσει των κανόνων που ενσωματώνονται στο άρθρο 52.
4. Η προτεραιότητα κυκλοφορίας της παρ. 5 περίπτ. α' του άρθρου 26 του ΚΟΚ/1992 επεκτείνεται και στις εθνικές οδούς.
5. Κατόπιν της προβλέψεως του Παραρτήματος ΙΙ, αριθμός 13 του Π.Δ. 19/95 "Προσαρμογή της νομοθεσίας προς την Οδηγία 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 29.07.1991 για την άδεια οδήγησης", ότι η εξέταση του υποψηφίου οδηγού πρέπει να γίνεται και σε οδούς ταχείας κυκλοφορίας και σε αυτοκινητοδρόμους, καταργείται η αντίθετη διάταξη της παρ. 2 στοιχείο δ') του άρθρου 29 του αναθεωρούμενου Κώδικα.
6. Ενοποιείται η κύρωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 9 του άρθρου 29 και ορίζεται, ότι η παράβαση των λοιπών (πέραν της παρ. 7) διατάξεων του άρθρου αυτού τιμωρείται με πρόστιμο 88,04 Ε.
7. Μειώνεται το όριο προεξοχής του φορτίου σε μοτοσικλέτες, μοτοποδήλατα ή τρίτροχα οχήματα σε 0.40 μ. (άρθρο 32 παρ. 4).
8. Στο τέλος του εδ. β' της παρ. 9 του άρθρου 34 προστίθεται η φράση: "με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου 9 του παρόντος".
9. Η νέα παρ. 14 του άρθρου 34 ρυθμίζει το ζήτημα της στάθμευσης σε χώρο ελεγχόμενης στάθμευσης και της επιβολής προστίμου σε περίπτωση μη πληρωμής του αναλογούντος τέλους.
10. Η ρύθμιση της παρ. 7 του άρθρου 43 επεκτείνεται και στα απομακρυνθέντα και μη παραληφθέντα οχήματα λόγω παράνομης στάθμευσης, κατά την παρ. 8 του άρθρου 34 του παρόντος.
Η πρόβλεψη για τον σχολικό τροχονόμο τοποθετείται πλέον στην διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 45. Λόγω της ευαισθησίας των καθηκόντων του σχολικού τροχονόμου ορίζεται, ότι η μη συμμόρφωση σε σήμα του σχολικού τροχονόμου για διακοπή της κυκλοφορίας, αποτελεί πλημμεληματική παράβαση που επισύρει ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους. Η νέα αυτή ρύθμιση διευκολύνει την ενεργοποίηση του θεσμού του σχολικού τροχονόμου αποφεύγοντας τις αδυναμίες της αναθεωρούμενης αντίστοιχης διατάξεως, στις οποίες αποδόθηκε εν μέρει η αδράνεια του θεσμού. Για τον λόγο αυτό προτιμήθηκε η διατήρησή της στο ανά χείρας σχέδιο νόμου, παρά την έκδοση της Κ.Υ.Α. (Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Δημόσιας Τάξης) υπ' αριθμόν 2515/5/13-στ'/15.09.1997 (ΦΕΚ Β'839/ 19.09.1997), η οποία διατηρείται σε ισχύ και το μέτρο δεν αντίκειται στην νέα ρύθμιση.
Η προστασία του περιβάλλοντος και η οδική ασφάλεια επιβάλλουν πλέον, στο άρθρο 46, την ακινητοποίηση του οχήματος και λόγω της εκπομπής ρύπων και λόγω της προσθήκης στο όχημα επικίνδυνων εξαρτημάτων.
Λόγω των ιδιαιτέρων προβλημάτων ασφαλείας που παρουσιάζουν τα οχήματα κάρτ, τα οποία έχουν προκαλέσει ακόμη και θανατηφόρα ατυχήματα, προστίθεται στην παρ. 2 εδάφιο γ' και στην παράγραφο 3 του άρθρου 49 ειδική ρύθμιση για την τέλεση αγώνων με τέτοια οχήματα.
Στο άρθρο 47 παρ. 3 διευκρινίζεται, ότι ο καταλογισμός της δαπάνης για την αποκατάσταση φθορών του οδοστρώματος κ.λπ. προερχομένων από την κατασκευή έργων γίνεται εις βάρος του οργανισμού, της επιχείρησης ή του προσώπου που εκτελεί ή για λογαριασμό του οποίου εκτελείται το έργο.
Τέλος, η παρέμβαση στο άρθρο 52 αφορά κυρίως τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων για την θέσπιση μέτρων ρύθμισης της οδικής κυκλοφορίας. Οι αρμοδιότητες ακολουθούν κατά γράμμα τις προβλέψεις του άρθρου 9 παρ. 9 - 13 του πρόσφατου ν. 2503/1997 "Διοίκηση, οργάνωση, στελέχωση της Περιφέρειας, ρύθμιση θεμάτων για την τοπική αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις", η κατάρτιση του σχεδίου του οποίου είχε προηγηθεί και είχε απορροφήσει όλη την σχετική νομικοπολιτική συζήτηση, ώστε η ρύθμισή του να θεωρείται δεδομένη για τον παρόντα Κώδικα. Λόγω της σημασίας του προστέθηκε πάντως στην παρ. 1, στοιχείο β', τελευταίο εδάφιο, ο Δήμος Καβάλας.
Πέραν των ανωτέρω όμως προστίθενται στο άρθρο 52 με την νέα παράγραφο 8, προς αντιμετώπιση πρακτικών προβλημάτων, δύο νέες εξουσιοδοτικές διατάξεις: Με την πρώτη παρέχεται στους Υπουργούς ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης εξουσιοδότηση προς επιβολή περιορισμών στην κίνηση φορτηγών αυτοκινήτων στο οδικό δίκτυο της χώρας και περί καθορισμού της κίνησής τους σε χώρους στάθμευσης, ώστε να αντιμετωπίζονται στο μέλλον ευχερέστερα οι ανάγκες που οδήγησαν, λόγω ελλείψεως κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου, στην αποσπασματική ρύθμιση της από 17.07.97 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 152/17.07.97), η οποία κυρώθηκε από της δημοσιεύσεώς της με τον ν. 2536/1997. Με την δεύτερη διάταξη παρέχεται εξουσιοδότηση προς καθορισμό του ωραρίου τροφοδοσίας των επιχειρήσεων, super markets και λοιπών καταστημάτων. Με ειδική εξουσιοδοτική διάταξη στην παρ. 4 του άρθρου 52 (τελευταίο εδάφιο) παρέχεται η εξουσιοδότηση στα όργανα καθορισμού οδών ή λωρίδων αποκλειστικής κυκλοφορίας μέσων δημόσιας οδικής μαζικής μεταφοράς, να ισχύουν αυτά (τα μέτρα) ορισμένες ημέρες και ώρες της εβδομάδας ή να επιτρέπεται η κυκλοφορία σ' αυτές δικύκλων μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων.
Οι ρυθμίσεις του κεφαλαίου αυτού του ΚΟΚ/92 για τις διαστάσεις, τα βάρη και την έλξη οχημάτων παραμένουν ως έχουν, διότι ανταποκρίνονται και στις επίκαιρες ρυθμιστικές ανάγκες. 'Aλλωστε και εδώ οι υφιστάμενες εξουσιοδοτήσεις παρέχουν την δυνατότητα άμεσης παρακολούθησης της τεχνικής προόδου και των συναφών εξελίξεων του κοινοτικού δικαίου με κανονιστικές πράξεις, με πλέον πρόσφατη - για το θέμα της έλξης οχημάτων την Υ.Α. (Μεταφορών & Επικοινωνιών) 35819/2839/ 06.10.97 "Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 96/64/ΕΚ της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 2ας Οκτωβρίου 1996 "για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της Οδηγίας 77/389/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις διατάξεις ρυμούλκησης των μηχανοκινήτων οχημάτων", ΦΕΚ Β' 933/22.10.97.
• Στο κεφάλαιο Ζ' καθορίζονται τα τεχνικά χαρακτηριστικά των φώτων και των αντανακλαστικών στοιχείων, με τα οποία επιβάλλεται να είναι εφοδιασμένα τα οχήματα.
• Για την εναρμόνιση του αναθεωρούμενου Κώδικα προς τις διατάξεις της Σύμβασης για την οδική κυκλοφορία, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις που τέθηκαν σε ισχύ την 03.09.1993 (Προσάρτημα 5, Κεφάλαιο ΙΙ) και τις διατάξεις της Οδηγίας 93/92/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 29.10.1993, "σχετικά με την τοποθέτηση διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδότησης στα δίκυκλα και τρίκυκλα οχήματα με κινητήρα" (L 311/14.12.1993), προς τις οποίες προσαρμόσθηκε η εθνική νομοθεσία με το Π.Δ. 253/1996 (ΦΕΚ Α' 187/19.08.1996), επέρχονται επί μέρους τροποποιήσεις στα άρθρα του κεφαλαίου αυτού:
1. Τα αυτοκίνητα οχήματα επιβάλλεται να φέρουν δύο φώτα πορείας (άρθρο 63) και ζυγό αριθμό φώτων διασταύρωσης (άρθρο 64).
2. Οι διατάξεις των άρθρων 65 και 66 του ΚΟΚ/1992 ενσωματώθηκαν στο άρθρο 65 του νέου Κώδικα και στο άρθρο 66 περιλήφθηκαν διατάξεις σχετικές με τα φώτα όγκου και τα πλευρικά φώτα, τα οποία δεν προβλέπονταν στον ΚΟΚ/1992.
3. Τα άρθρα 74 και 75 σχετικά με τα φώτα των μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων (τρίτροχων συμμετρικών μοτοσικλετών κατά τους ορισμούς του ΚΟΚ/1992), προσαρμόσθηκαν στις επιταγές του προεκτεθέντος Διατάγματος.
1. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 81 τίθεται ως αυτοτελής παρ. 10 και οι λοιπές παράγραφοι 10 έως 17 του ΚΟΚ/1992 λαμβάνουν τους αριθμούς 11 έως 18.
2. Οι διατάξεις της παρ. 18 του άρθρου 81 περιλήφθηκαν στις διατάξεις του άρθρου 56 παρ. 6 περ. β'.
3. Οι διατάξεις της παρ. 22 του άρθρου 81, που αναφέρονται στα οχήματα που μεταφέρουν επικίνδυνα φορτία, αντικαθίστανται με την ρύθμιση της παρ. 29, ενώ οι παράγραφοι 23 έως 29 του άρθρου αυτού του αναθεωρούμενου Κώδικα λαμβάνουν τους αριθμούς 22 έως 28. Η νέα ρύθμιση αναφέρεται στις διατάξεις της Οδηγίας 94/55/ΕΚ του Συμβουλίου της 21.11.1994 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των Κρατών - Μελών σχετικά με τις οδικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων (L 319/12.12.1994, σελ. 7), της Οδηγίας 96/86/ΕΚ της Επιτροπής της 13.12.1996 για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της Οδηγίας 94/55/ΕΚ του Συμβουλίου (L 335/24.12.1996, σελ. 44) και της Οδηγίας 95/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 06.10.1995 σχετικά με την καθιέρωση ενιαίων διαδικασιών στον τομέα του ελέγχου των οδικών μεταφορών επικίνδυνων εμπορευμάτων (L 249/17.10.1995, σελ. 35). Η διάταξη εισήχθη, προκειμένου οι κανόνες που αφορούν τις οδικές μεταφορές επικινδύνων εμπορευμάτων, τους οποίους ο ΚΟΚ θα μπορούσε να συμπεριλάβει μόνον εν μέρει, να συγκεντρωθούν σε ειδική, πλήρη και ενιαία ρύθμιση, η οποία είναι ήδη αντικείμενο επεξεργασίας.
4. Στην παρ. 2 του άρθρου 82 προβλέφθηκε εξουσιοδοτική διάταξη για τον καθορισμό των ορίων και των μεθόδων μέτρησης των χαρακτηριστικών ηλεκτρολογικών διαταραχών οχημάτων με κινητήρα.
• Οι διατάξεις του κεφαλαίου Θ' του ΚΟΚ/1992 για την ταξινόμηση, απογραφή και θέση οχημάτων σε κυκλοφορία, ανταποκρίνονται στις επίκαιρες ρυθμιστικές ανάγκες, ώστε, με την εξαίρεση της προσαρμογής τους στην διάκριση μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων και την μεταφορά της αρμοδιότητας καθορισμού του τρόπου και των διαδικασιών χορήγησης αδειών ζωήλατων οχημάτων, από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης στον Υπουργό Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, παραμένουν ως έχουν.
Στο κεφάλαιο αυτό, τα άρθρα 94 και 95 κωδικοποιούνται όπως τροποποιήθηκαν και αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 5 του Π.Δ. 19/95 "Προσαρμογή της νομοθεσίας προς την Οδηγία 91/439/ ΕΟΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουλίου 1991 για την άδεια οδήγησης" και του άρθρου 8 παρ. 19 ν. 2366/95, με ορισμένες αναγκαίες βελτιώσεις, ώστε να ανταποκρίνονται λειτουργικά στις επιταγές της κοινοτικής Οδηγίας καθ' όσον αφορά τις κατηγορίες και υποκατηγορίες αδειών οδήγησης, την ισχύ αυτών, καθώς και τις επιτακτικές ανάγκες συστηματικής εκπαίδευσης, εξέτασης και κατά περίπτωση επιμόρφωσης των υποψηφίων εκπαιδευτών υποψηφίων οδηγών και των υποψηφίων οδηγών.
Οι ρυθμίσεις των διατάξεων αυτών συμπληρώνονται από τις λοιπές και περισσότερο λεπτομερειακές ρυθμίσεις του Π.Δ. 19/1995, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το Π.Δ. 155/1996.
Το άρθρο 96 εξ άλλου κωδικοποιείται όπως διαμορφώθηκε μετά την κατάργηση της παρ. 2 αυτού με το άρθρο 9 του ν. 2366/95, κατόπιν της σχετικής συστάσεως που περιλαμβάνεται στο προαναφερθέν πόρισμα του Μαίου 1996 της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη μελέτη του προβλήματος των τροχαίων ατυχημάτων.
Το άρθρο 98, το οποίο είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 5 Π.Δ. 19/1995 τροποποιείται, ώστε οι υπαίτιοι σοβαρών τροχαίων ατυχημάτων να στερούνται την άδεια οδήγησης για μακρό χρονικό διάστημα. Με το περιεχόμενο αυτό εντείνεται περισσότερο ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της διατάξεως. Οι κυρώσεις που προβλέπονται κλιμακώνονται ανάλογα με την βαρύτητα του ατυχήματος και την ύπαρξη ή μη υποτροπής.
Το άρθρο 101 τίθεται όπως διαμορφώνεται μετά την απάλειψη των παραγράφων 2 και 3 αυτού, το ρυθμιστικό αντικείμενο των οποίων καλύπτεται πλέον από την νέα διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 12.
Τέλος στο άρθρο 102 προστίθεται (παρ. 2) εξουσιοδοτική διάταξη για υποχρέωση τοποθέτησης ειδικών σημάτων επί οχημάτων που οδηγούνται από άτομα με ειδικές ανάγκες ή είναι διασκευασμένο για τη μεταφορά ΑΜΕΑ.
Οι διατάξεις των παραγράφων 1 - 3 του άρθρου 103 παραμένουν, για λόγους πληρότητας και ενότητας του ρυθμιστικού αντικειμένου του Κώδικα, ως έχουν, με μόνη προσθήκη την αφαίρεση των πινακίδων και άδειας κυκλοφορίας σε παρανόμως σταθμευμένα αυτοκίνητα σε θέσεις ή διόδους ατόμων με μειωμένη κινητικότητα (άρθρο 34 παρ. 2 περ. ιστ', ιζ' και ιη'). Η (ούτως ή άλλως πληρέστερη) ρύθμιση του Κώδικα για τις κυρώσεις της αφαίρεσης της άδειας ικανότητας οδηγού και της άδειας κυκλοφορίας μετά των πινακίδων του οχήματος, που επιβάλλονται στην περίπτωση κυκλοφορίας του οχήματος κατά παράβαση του άρθρου 5 ν. 489/1976, κατισχύει στα σημεία συγκρούσεως, ως νεότερη, της (νέας) παρ. 4 του άρθρου 5 ν. 489/1976, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 37 παρ. 2 ν. 2496/1997. Οι επιπλέον κυρώσεις που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη δεν θίγονται. Έπ' αυτών έχει εφαρμογή η παρ. 7 του άρθρου 103, κατά την οποία τα διοικητικά μέτρα του άρθρου 103 επιβάλλονται "παράλληλα και ανεξάρτητα από τις ποινικές ή άλλες κυρώσεις, που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις".
Εξ άλλου, λόγω της εξαιρετικής σοβαρότητάς της, η παράβαση του άρθρου 5 του ν. 489/76 προστίθεται στην εξαίρεση της παρ. 4 του άρθρου 103.
Η παράγραφος 8 του άρθρου 103 καταργείται λόγω ελλείψεως αντικειμένου.
Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 104 προβλέπεται η διαπίστωση της τελέσεως παραβάσεων που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα με τεχνικά μέσα, ιδίως ραντάρ και φωτογραφικές ή κινηματογραφικές μηχανές, και η εφαρμογή επί των παραβάσεων που διαπιστώνονται κατ' αυτόν τον τρόπο της διαδικασίας που εφαρμόζεται για τα έπ' αυτοφώρω καταλαμβανόμενα πταίσματα. Η χρήση των τεχνικών αυτών μέσων περιορίζεται στους χώρους, όπου διεξάγεται δημόσια κυκλοφορία. Για λόγους που υπαγορεύονται από το κράτος δικαίου εξ άλλου προβλέπεται, ότι τα τεχνικά μέσα, με τα οποία διενεργείται η διαπίστωση παραβάσεων του παρόντος Κώδικα, επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνον εφ' όσον υπάρχει σχετική προειδοποίηση προς το κοινό με μόνιμες πινακίδες για την ύπαρξη και την λειτουργία τους. Για την ρύθμιση του θέματος παρέχεται εξουσιοδότηση προς έκδοση προεδρικού διατάγματος με πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων 'Eργων, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών, με το οποίο θα καθορίζονται ο τρόπος τοποθετήσεως των τεχνικών μέσων διαπιστώσεως των παραβάσεων, οι τεχνικές προδιαγραφές των μέσων αυτών, η λειτουργία τους για την διαπίστωση των παραβάσεων, τα σχετικά με την αξιολόγηση των στοιχείων που συλλέγονται από αυτά και την βεβαίωση των παραβάσεων, αλλά ταυτόχρονα και τα σχετικά με τους περιορισμούς που επιβάλλονται στη χρήση τους για την διαφύλαξη των δικαιωμάτων όσων υπόκεινται στην δράση τους.
Τέλος στην παράγραφο 4 του άρθρου 104 γίνεται αντικατάσταση του τύπου αναπροσαρμογής των προστίμων, με απλούστερο και ιδιαίτερα εύχρηστο, ο οποίος συνδυάζεται μόνο με τη μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή.
Το άρθρο 106, οι αρμοδιότητες των επιτροπών του οποίου είχαν ήδη περιοριστεί, καθ' όσον αφορά τον νομό Αττικής, με το άρθρο 8 ν. 1350/83, καταργείται. Ομοίως καταργούνται οι προβλέψεις γνωμοδοτικής αρμοδιότητος των επιτροπών αυτών στα άρθρα 20 παρ. 5, 34 παρ. 13 δεύτερο εδάφιο και 52 παρ. 1 του Κώδικα. Σε όσες περιπτώσεις ειδικοί εκτός του ΚΟΚ νόμοι προβλέπουν γνωμοδοτική αρμοδιότητα των επιτροπών αυτών άρθρο 2 παρ. 2 Π.Δ. 518/80 "Περί καθορισμού όρων και προϋποθέσεων εκτελέσεως υπό λεωφορείων των ΚΤΕΛ κοινών δρομολογίων επί επιβατικών υπεραστικών γραμμών συνδεουσών πόλεις ή κωμοπόλεις του νομού, ένθα η έδρα του ΚΤΕΛ, με τις πόλεις Αθηνών ή Θεσσαλονίκης", άρθρο 2 παρ. 4 Υ.Α. (Συγκοινωνιών) 42000/2030/81, η διοικητική διαδικασία γίνεται πλέον χωρίς γνωμοδοτικό στάδιο. 'Aλλες αναφορές στις επιτροπές αυτές στην λοιπή νομοθεσία (άρθρο 11 α.ν. 170/1967, καθ' ο μέτρο αφορά και τις επιτροπές αυτές) καθίστανται άνευ αντικειμένου.
Στο άρθρο 108 (ήδη 107) προστίθεται στην υφιστάμενη εξουσιοδότηση της παρ. 2, ότι η σχετική Υ.Α. μπορεί να καθορίσει, πώς άδεια οδήγησης που αφαιρέθηκε κατ' εφαρμογή του συστήματος ελέγχoυ της συμπεριφoράς των oδηγών, επαναχορηγείται μόνο μετά από εκπαίδευση του οδηγού με το ειδικό περιεχόμενο που ορίζει η απόφαση και εξέτασή του.
Τέλος, το νέο άρθρο 110 περιλαμβάνει τις τελικές διατάξεις του νέου Κώδικα. Στην πρώτη παράγραφο ορίζει τις διατάξεις, οι οποίες καταργούνται με το ανά χείρας σχέδιο νόμου. Με την κατάργηση του ν. 2094/92 καταργείται και το άρθρο 112 αυτού, το οποίο προέβλεπε την κατάργηση προγενεστέρων τυπικών και ουσιαστικών νόμων. Εφόσον όμως η κατάργηση του ν. 2094/92 ενεργεί για το μέλλον, δεν ανατρέπει βεβαίως το ήδη επελθόν καταργητικό αποτέλεσμα του άρθρου 112, ώστε συνεπώς η διατήρηση του άρθρου αυτού θα ήταν άνευ αντικειμένου. Ο νέος Κώδικας δεν περιλαμβάνει εξ άλλου διάταξη όμοια με αυτήν του τελευταίου εδαφίου του εκτεθέντος άρθρου 112, κατά την οποία "Υπουργικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί με βάση εξουσιοδοτική διάταξη του ν. 614/1977 (ΦΕΚ 167 Α') και τους μεταγενεστέρους αυτού τροποποιητικούς νόμους, εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νέου αυτού Κώδικα". Και τούτο για δύο λόγους: Αφ' ενός, η απλή κατάργηση της εξουσιοδοτικής διάταξης δεν συνεπάγεται αυτοδίκαια και την κατάργηση των κανονιστικών πράξεων που εκδόθηκαν βάσει αυτής, για την οποία απαιτούνται ρητές διατάξεις. Συνεπώς η κατάργηση του ν. 2094/92 και του άρθρου 112 αυτού δεν καταργεί άνευ άλλου τινός τις κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του ν. 2094/92 ή είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του ν. 614/1977 και διατηρηθεί σε ισχύ υπό το κράτος του ν. 2094/1992. Αφ' ετέρου, ο νέος νόμος, σε περίπτωση συγκρούσεως των ρυθμίσεών του με διατάξεις υπουργικών αποφάσεων εκδοθεισών βάσει εξουσιοδοτήσεων του ν. 614/1977 ή του ν. 2094/1992, κατισχύει αυτών ούτως ή άλλως, ως νεότερος κανόνας ανώτερης τυπικής ισχύος.
Στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου 110 απλώς επαναλαμβάνεται για λόγους σαφήνειας η ρύθμιση του άρθρου 57 παρ. 15 ν. 2218/1994.
Με την διάταξη της τρίτης παραγράφου καθίσταται σαφές, ότι οι διατάξεις του Κώδικα δεν επιλύουν ζητήματα κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικών και περιφερειακών κρατικών υπηρεσιών. Συνεπώς οι αρμόδιες αρχές για την εκτέλεση των ενεργειών που προβλέπονται στον Κώδικα θα αναζητούνται κάθε φορά στις οικείες οργανωτικές διατάξεις, ιδίως πλέον στον ν. 2503/1997 και τα κατ' εξουσιοδότησή του εκδιδόμενα Προεδρικά Διατάγματα περί μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων.
Οι διατάξεις των παραγράφων 1 - 3 του άρθρου 103 παραμένουν, για λόγους πληρότητας και ενότητας του ρυθμιστικού αντικειμένου του Κώδικα, ως έχουν, με μόνη προσθήκη την αφαίρεση των πινακίδων και άδειας κυκλοφορίας σε παρανόμως σταθμευμένα αυτοκίνητα σε θέσεις ή διόδους ατόμων με μειωμένη κινητικότητα (άρθρο 34 παρ. 2 περ. ιστ', ιζ' και ιη'). Η (ούτως ή άλλως πληρέστερη) ρύθμιση του Κώδικα για τις κυρώσεις της αφαίρεσης της άδειας ικανότητας οδηγού και της άδειας κυκλοφορίας μετά των πινακίδων του οχήματος, που επιβάλλονται στην περίπτωση κυκλοφορίας του οχήματος κατά παράβαση του άρθρου 5 ν. 489/1976, κατισχύει στα σημεία συγκρούσεως, ως νεότερη, της (νέας) παρ. 4 του άρθρου 5 ν. 489/1976, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 37 παρ. 2 ν. 2496/1997. Οι επιπλέον κυρώσεις που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη δεν θίγονται. Έπ' αυτών έχει εφαρμογή η παρ. 7 του άρθρου 103, κατά την οποία τα διοικητικά μέτρα του άρθρου 103 επιβάλλονται "παράλληλα και ανεξάρτητα από τις ποινικές ή άλλες κυρώσεις, που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις".
Εξ άλλου, λόγω της εξαιρετικής σοβαρότητάς της, η παράβαση του άρθρου 5 του ν. 489/76 προστίθεται στην εξαίρεση της παρ. 4 του άρθρου 103.
Η παράγραφος 8 του άρθρου 103 καταργείται λόγω ελλείψεως αντικειμένου.
Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 104 προβλέπεται η διαπίστωση της τελέσεως παραβάσεων που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα με τεχνικά μέσα, ιδίως ραντάρ και φωτογραφικές ή κινηματογραφικές μηχανές, και η εφαρμογή επί των παραβάσεων που διαπιστώνονται κατ' αυτόν τον τρόπο της διαδικασίας που εφαρμόζεται για τα έπ' αυτοφώρω καταλαμβανόμενα πταίσματα. Η χρήση των τεχνικών αυτών μέσων περιορίζεται στους χώρους, όπου διεξάγεται δημόσια κυκλοφορία. Για λόγους που υπαγορεύονται από το κράτος δικαίου εξ άλλου προβλέπεται, ότι τα τεχνικά μέσα, με τα οποία διενεργείται η διαπίστωση παραβάσεων του παρόντος Κώδικα, επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνον εφ' όσον υπάρχει σχετική προειδοποίηση προς το κοινό με μόνιμες πινακίδες για την ύπαρξη και την λειτουργία τους. Για την ρύθμιση του θέματος παρέχεται εξουσιοδότηση προς έκδοση προεδρικού διατάγματος με πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων 'Eργων, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών, με το οποίο θα καθορίζονται ο τρόπος τοποθετήσεως των τεχνικών μέσων διαπιστώσεως των παραβάσεων, οι τεχνικές προδιαγραφές των μέσων αυτών, η λειτουργία τους για την διαπίστωση των παραβάσεων, τα σχετικά με την αξιολόγηση των στοιχείων που συλλέγονται από αυτά και την βεβαίωση των παραβάσεων, αλλά ταυτόχρονα και τα σχετικά με τους περιορισμούς που επιβάλλονται στη χρήση τους για την διαφύλαξη των δικαιωμάτων όσων υπόκεινται στην δράση τους.
Τέλος στην παράγραφο 4 του άρθρου 104 γίνεται αντικατάσταση του τύπου αναπροσαρμογής των προστίμων, με απλούστερο και ιδιαίτερα εύχρηστο, ο οποίος συνδυάζεται μόνο με τη μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή.
Το άρθρο 106, οι αρμοδιότητες των επιτροπών του οποίου είχαν ήδη περιοριστεί, καθ' όσον αφορά τον νομό Αττικής, με το άρθρο 8 ν. 1350/83, καταργείται. Ομοίως καταργούνται οι προβλέψεις γνωμοδοτικής αρμοδιότητος των επιτροπών αυτών στα άρθρα 20 παρ. 5, 34 παρ. 13 δεύτερο εδάφιο και 52 παρ. 1 του Κώδικα. Σε όσες περιπτώσεις ειδικοί εκτός του ΚΟΚ νόμοι προβλέπουν γνωμοδοτική αρμοδιότητα των επιτροπών αυτών άρθρο 2 παρ. 2 Π.Δ. 518/80 "Περί καθορισμού όρων και προϋποθέσεων εκτελέσεως υπό λεωφορείων των ΚΤΕΛ κοινών δρομολογίων επί επιβατικών υπεραστικών γραμμών συνδεουσών πόλεις ή κωμοπόλεις του νομού, ένθα η έδρα του ΚΤΕΛ, με τις πόλεις Αθηνών ή Θεσσαλονίκης", άρθρο 2 παρ. 4 Υ.Α. (Συγκοινωνιών) 42000/2030/81, η διοικητική διαδικασία γίνεται πλέον χωρίς γνωμοδοτικό στάδιο. 'Aλλες αναφορές στις επιτροπές αυτές στην λοιπή νομοθεσία (άρθρο 11 α.ν. 170/1967, καθ' ο μέτρο αφορά και τις επιτροπές αυτές) καθίστανται άνευ αντικειμένου.
Στο άρθρο 108 (ήδη 107) προστίθεται στην υφιστάμενη εξουσιοδότηση της παρ. 2, ότι η σχετική Υ.Α. μπορεί να καθορίσει, πώς άδεια οδήγησης που αφαιρέθηκε κατ' εφαρμογή του συστήματος ελέγχoυ της συμπεριφoράς των oδηγών, επαναχορηγείται μόνο μετά από εκπαίδευση του οδηγού με το ειδικό περιεχόμενο που ορίζει η απόφαση και εξέτασή του.
Τέλος, το νέο άρθρο 110 περιλαμβάνει τις τελικές διατάξεις του νέου Κώδικα. Στην πρώτη παράγραφο ορίζει τις διατάξεις, οι οποίες καταργούνται με το ανά χείρας σχέδιο νόμου. Με την κατάργηση του ν. 2094/92 καταργείται και το άρθρο 112 αυτού, το οποίο προέβλεπε την κατάργηση προγενεστέρων τυπικών και ουσιαστικών νόμων. Εφόσον όμως η κατάργηση του ν. 2094/92 ενεργεί για το μέλλον, δεν ανατρέπει βεβαίως το ήδη επελθόν καταργητικό αποτέλεσμα του άρθρου 112, ώστε συνεπώς η διατήρηση του άρθρου αυτού θα ήταν άνευ αντικειμένου. Ο νέος Κώδικας δεν περιλαμβάνει εξ άλλου διάταξη όμοια με αυτήν του τελευταίου εδαφίου του εκτεθέντος άρθρου 112, κατά την οποία "Υπουργικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί με βάση εξουσιοδοτική διάταξη του ν. 614/1977 (ΦΕΚ 167 Α') και τους μεταγενεστέρους αυτού τροποποιητικούς νόμους, εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νέου αυτού Κώδικα". Και τούτο για δύο λόγους: Αφ' ενός, η απλή κατάργηση της εξουσιοδοτικής διάταξης δεν συνεπάγεται αυτοδίκαια και την κατάργηση των κανονιστικών πράξεων που εκδόθηκαν βάσει αυτής, για την οποία απαιτούνται ρητές διατάξεις. Συνεπώς η κατάργηση του ν. 2094/92 και του άρθρου 112 αυτού δεν καταργεί άνευ άλλου τινός τις κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του ν. 2094/92 ή είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του ν. 614/1977 και διατηρηθεί σε ισχύ υπό το κράτος του ν. 2094/1992. Αφ' ετέρου, ο νέος νόμος, σε περίπτωση συγκρούσεως των ρυθμίσεών του με διατάξεις υπουργικών αποφάσεων εκδοθεισών βάσει εξουσιοδοτήσεων του ν. 614/1977 ή του ν. 2094/1992, κατισχύει αυτών ούτως ή άλλως, ως νεότερος κανόνας ανώτερης τυπικής ισχύος.
Στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου 110 απλώς επαναλαμβάνεται για λόγους σαφήνειας η ρύθμιση του άρθρου 57 παρ. 15 ν. 2218/1994.
Με την διάταξη της τρίτης παραγράφου καθίσταται σαφές, ότι οι διατάξεις του Κώδικα δεν επιλύουν ζητήματα κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικών και περιφερειακών κρατικών υπηρεσιών. Συνεπώς οι αρμόδιες αρχές για την εκτέλεση των ενεργειών που προβλέπονται στον Κώδικα θα αναζητούνται κάθε φορά στις οικείες οργανωτικές διατάξεις, ιδίως πλέον στον ν. 2503/1997 και τα κατ' εξουσιοδότησή του εκδιδόμενα Προεδρικά Διατάγματα περί μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων.

News