Ιγμορίτιδα: Τα αντιβιοτικά στις πλείστες περιπτώσεις δεν βοηθούν
Ζούμε σε μια εποχή που δυστυχώς η αλόγιστη και επικίνδυνη, χωρίς όφελος χρήση αντιβιοτικών, έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις. Πρόσφατα στατιστικά στοιχεία από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δείχνουν ότι Ελλάδα και Κύπρος, κατέχουν τα πρωτεία στην υπερβολική κατανάλωση αντιβιοτικών από όλες τις όλες χώρες της Ευρώπης.
Για το δυσάρεστο αυτό φαινόμενο, ευθύνη φέρουν οι γιατροί που συχνά χορηγούν με ιδιαίτερη ευκολία αντιβιοτικά. Συχνά χωρίς τεκμηρίωση και χωρίς σοβαρή υποψία για μόλυνση από παράγοντα που εξουδετερώνεται από αντιβίωση, για λόγους διάφορους, δίνουν αντιβίωση.
Οι ασθενείς από την άλλη δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Υπάρχει έντονη ζήτηση για χορήγηση φαρμάκων και ιδιαίτερα αντιβίωσης λόγω της εντύπωσης που επικρατεί ότι τα αντιβιοτικά μπορούν να τους γιατρέψουν γρηγορότερα και καλύτερα.
Βέβαια εάν οι ασθενείς δεν είναι καλά πληροφορημένοι, μεγάλη ευθύνη για αυτό φέρουν οι γιατροί τους και οι αρχές δημόσιας υγείας που δεν έχουν κάνει αρκετά στον τομέα της διαφώτισης του κοινού για το πρόβλημα και τους κινδύνους της αλόγιστης χρήσης αντιβιοτικών.
Στο πλαίσιο αυτό, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια πρόσφατη έρευνα από το Ηνωμένο Βασίλειο που έγινε σε 200 ασθενείς άνω των 15 ετών. Ο στόχος ήταν να διαφανεί η χρησιμότητα της χορήγησης αντιβιοτικών σε περιπτώσεις που οι γιατροί θεωρούσαν ότι ασθενείς έπασχαν από οξεία ιγμορίτιδα.
Η οξεία ιγμορίτιδα είναι ένα συχνό κλινικό πρόβλημα. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν, παχύρρευστες εκκρίσεις, ρινική συμφόρηση, ρινόρροια, πόνο (πίσω από τα μάτια, κάτω από τα μάτια στις παρειές, πάνω από τα μάτια στο μέτωπο ή στα πάνω δόντια), πυρετό και κούραση.
Συνήθως οι γιατροί, στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας ιατρικής, όταν διαπιστώνουν συμπτώματα ιγμορίτιδας με πυώδεις εκκρίσεις από τη μύτη, χορηγούν αντιβιοτικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα στα οποία περιλαμβάνονται και κορτικοστεροειδή. Η πρακτική αυτή, έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση διότι δεν έχουν γίνει έρευνες που να αποδεικνύουν ότι η χρήση τέτοιων φαρμάκων είναι αποτελεσματική κατά της οξείας ιγμορίτιδας.
Στην έρευνα των Βρετανών γιατρών, οι ασθενείς χωρίσθηκαν σε 4 ομάδες που έλαβαν διαφορετικές θεραπείες. Για να θεωρηθεί ότι έπασχαν από οξεία ιγμορίτιδα, έπρεπε να πληρούν τουλάχιστον 2 από τα ακόλουθα κριτήρια:
1. Πυώδεις εκκρίσεις από τη μύτη, από το ένα ή και τα δύο ρουθούνια
2. Πόνο στο ένα ρουθούνι (στη μια μεριά της μύτης)
3. Ύπαρξη πύου μέσα στη μύτη
Οι 4 διαφορετικές θεραπείες που χορηγήθηκαν ήταν:
1. Αντιβίωση με αμοξυκιλλίνη
2. Τοπική θεραπεία με το κορτικοστεροειδές φάρμακο βουδεσονίδη
3. Θεραπεία με αμοξυκιλλίνη και βουδεσονίδη
4. Εικονικό φάρμακο (πλασέμπο)
Οι ασθενείς που έπασχαν από επαναλαμβανόμενες ιγμορίτιδες αποκλείστηκαν από την έρευνα.
Τα αποτελέσματα έδειξαν:
1. Το ποσοστό ασθενών των οποίων τα συμπτώματα διαρκούσαν 10 μέρες ή περισσότερο, δεν παρουσιάζαν σημαντική διαφορά μεταξύ των 4 ομάδων
2. Οι ασθενείς που έπαιρναν φάρμακα δεν είχαν καλύτερη εξέλιξη σε σύγκριση με τους ασθενείς που στην πραγματικότητα δεν έπαιρναν τίποτα (εικονικό φάρμακο)
3. Συνολικά 40% των ασθενών, γιατρεύονταν σε χρονικό διάστημα 1 εβδομάδας και δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των διαφόρων ομάδων
Το συμπέρασμα των Βρετανών ερευνητών είναι ότι το αντιβιοτικό αμοξυκιλλίνη ή το κορτικοστεροειδές φάρμακο βουδεσονίδη, από μόνα τους ή σε συνδυασμό, δεν είναι αποτελεσματικά για τη θεραπεία της οξείας ιγμορίτιδας στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας ιατρικής.
Επισημαίνεται ότι προηγούμενες παρόμοιες έρευνες σε παιδιά, κατέληξαν σε ανάλογα συμπεράσματα. Επιπρόσθετα κατά τα τελευταία χρόνια, επίσημες επιστημονικές οργανώσεις γιατρών, εξέδωσαν οδηγίες για αποφυγή χρήσης αντιβιοτικών για τις πλείστες περιπτώσεις ιγμορίτιδας που συμβαίνουν σε ανθρώπους που δεν παρουσιάζουν άλλο πρόβλημα υγείας.
Είναι απαραίτητο όλοι, γιατροί και ασθενείς, να αντιληφθούν ότι η κακή χρήση των αντιβιοτικών που γίνεται σήμερα, οδηγεί στην ανάπτυξη επικίνδυνων και θανατηφόρων ανθεκτικών βακτηριδίων, είναι επιβλαβής για την υγεία των ασθενών και έχει ένα τεράστιο, δυσβάσταχτο και αχρείαστο κόστος για τα συστήματα υγείας.
πηγή: www.medlook.net
http://www.medlook.net/article.asp?item_id=2497

News